Έχουν γραφτεί πολλά και πολύ περισσότερα έχουν ειπωθεί το τελευταίο διάστημα για το θεσμό της Διαμεσολάβησης.Μερικά τόσο άκριτα,τόσο επιφανειακά,και τόσο…λαικίστικα που κινδυνεύει ο θεσμός να απαξιωθεί στα μάτια πολλών πριν ακόμη αρχίσει να εφαρμόζεται.
Η Δικηγόρος Θεσσαλονίκης-Διαμεσολαβήτρια κα Φωτεινή Αχτσίδου έγραψε το πλέον επεξηγηματικό άρθρο το οποίο «απαντά» σε πολλές απορίες και θέτει επί πραγματικού πλαισίου το όλο θέμα:

« Ο χειρότερος συμβιβασμός είναι καλλίτερος από την καλλίτερη δικαστική απόφαση» λέει ο λαός μας .
Πόσο δύσκολος όμως είναι ο συμβιβασμός όταν έχει ξεκινήσει μία διένεξη, η οποία γίνεται συνεχώς μεγαλύτερη και καταλήγει σε «πόλεμο»? Πόσο δύσκολο είναι να κάνει κάποιος πρώτος βήματα πίσω και πόσο δύσκολο είναι να επέλθει δίκαιη λύση ή συμφέρουσα λύση, συμφιλίωση ή και κοινή πορεία στο μέλλον ?

Ο θεσμός της διαμεσολάβησης είναι ένας νέος θεσμός που εντάχθηκε στην έννομη τάξη της χώρας μας με τον Ν. 3898/2010 με τον τίτλο «ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ». Με το νόμο αυτό ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008, και από το 2010 γίνονται προσπάθειες να διαδοθεί και να γίνει γνωστός ο θεσμός από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τους Δικηγορικούς Συλλόγους, τα Επιμελητήρια, τα Κέντρα Κατάρτισης και Εκπαίδευσης Διαμεσολαβητών και άλλους φορείς που πιστεύουν ότι ο νέος διαφορετικός, εναλλακτικός αυτός τρόπος επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών έχει να προσφέρει άμεσες και συμφέρουσες εξωδικαστικές λύσεις, πρωτίστως στους εμπλεκομένους, σε μία διένεξη, πολίτες αλλά και έχει σκοπό να αποσυμφορήσει τα Ελληνικά Δικαστήρια από την πληθώρα των εκκρεμών υποθέσεων, να συντομεύσει τις σημερινές μακρινές δικάσιμες ημερομηνίες ώστε η απόδοση της δικαιοσύνης από τα Δικαστήρια να γίνεται ταχύτερα, με καλλίτερες δικαστικές αποφάσεις και να επιλύονται από τα Δικαστήρια οι υποθέσεις που μόνο από αυτά πρέπει να επιλυθούν.
Στην εισηγητική έκθεση του προαναφερόμενου νόμου αναφέρεται με σαφήνεια: «Μια σύγχρονη έννομη τάξη οφείλει να προσφέρει στους πολίτες περισσότερους από έναν τρόπους επίλυσης των διαφορών τους, οι οποίοι συνδέονται με διαφορετικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Έτσι, διευκολύνεται η δυνατότητα επιλογής εκείνης ακριβώς της λύσης που προσήκει στην εκάστοτε περίπτωση.
Πράγματι, όλες οι διαφορές δεν είναι επιδεκτικές επίλυσης με το ίδιο πάντα μέσο. Υπάρχουν πχ. διαφορές που έχουν αναχθεί από τα μέρη σε θέμα αρχής, ώστε η δικαστική απόφαση να αποτελεί τον μόνο κατάλληλο τρόπο για την αυθεντική επίλυσή τους. Υπάρχουν όμως και διαφορές, για τις οποίες η ορθή λύση είναι σχετική και εξαρτάται από την ύπαρξη επαγγελματικών σχέσεων, φιλικών σχέσεων, σχέσεων γειτονίας κλπ., οι οποίες σχέσεις αποτελούν σημαντικό παράγοντα διευθέτησης της διαφοράς με κοινή συμφωνία έξω και πέρα από την εφαρμογή νομικών κανόνων.
Με τον ίδιο νόμο 3898/2010 καθορίστηκαν οι φορείς κατάρτισης και εκπαίδευσης διαμεσολαβητών και έτσι σήμερα λειτουργούν πέντε (5) ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΑ –ΚΕΝΤΡΑ κατάρτισης- εκπαίδευσης διαμεσολαβητών, ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, ΠΕΙΡΑΙΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ και έχουν μέχρι σήμερα εκπαιδευτεί και διαπιστευτεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης περίπου 1000 ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΕΣ σε όλη την Ελλάδα, στην πλειοψηφία τους δικηγόροι, αλλά και άλλοι επιστήμονες άλλων κλάδων, από τους οποίους 300 περίπου είναι δικηγόροι-διαμεσολαβητές του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Η εκπαίδευση των διαμεσολαβητών γίνεται από εκπαιδευτές με ευρωπαϊκή ή και διεθνή εμπειρία με προσαρμογή στην Ελληνική πραγματικότητα.
• Η ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ λοιπόν είναι ένας εναλλακτικός εξωδικαστικός τρόπος επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών σε εμπορικές, αστικές, οικογενειακές, εργατικές, μισθωτικές και άλλες διαφορές. Είναι μία ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ, ΕΚΟΥΣΙΑ, ΜΗ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ, μέχρι την επίτευξη συμφωνίας, ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ, κατά την οποία ένα τρίτο πρόσωπο, ειδικά εκπαιδευμένο, Ο ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ, παρεμβαίνει σε μία διαφορά και επιχειρεί να οδηγήσει τα εμπλεκόμενα μέρη σε μία ΚΟΙΝΑ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ.
• Ο Διαμεσολαβητής, ο οποίος κατέχει κεντρικό ρόλο στην διαδικασία έχει εκπαιδευτεί κατάλληλα για να διενεργήσει αυτή τη διαδικασία και με τις ιδιαίτερες τεχνικές που χρησιμοποιεί, ενεργεί ως καταλύτης της αντιδικίας και των αρνητικών συναισθημάτων των εμπλεκομένων μερών και διευκολύνει σε σύντομο χρονικό διάστημα, συνήθως μίας ημέρας, με μικρό κόστος, το οποίο συνήθως επιμερίζονται σε ίσα μέρη, να επιλυθεί η διαφορά των μερών και να οδηγήσει αυτά στην επίτευξη συμφωνίας ακόμη και αν έχουν αποτύχει οι ίδιοι ή οι δικηγόροι τους στις τυχόν διαπραγματεύσεις.
• Στη διαμεσολάβηση συμμετέχουν, ο διαμεσολαβητής και τα αντίδικα μέρη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους. Η διαδικασία διεξάγεται με κοινές αλλά και κατ’ ιδίαν ιδιωτικές, εμπιστευτικές με το κάθε μέρος συνεδρίες. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι ευέλικτη χωρίς αυστηρούς δικονομικούς κανόνες και δεσμεύσεις. Η ευελιξία και η αμεσότητα του χαρακτήρα της διαμεσολάβησης, επιτρέπουν στα μέρη να επικεντρωθούν στην ουσία της διαφοράς. Ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει η προσωπικότητα, οι ανάγκες και τα συμφέροντα των μερών. Στόχος της διαμεσολάβησης είναι η επίλυση, ΟΧΙ Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ. Στην διαμεσολάβηση δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος. Κερδίζουν και τα δύο μέρη.
• Ο ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ, ο οποίος είναι ΟΥΔΕΤΕΡΟΣ σε σχέση με τα εμπλεκόμενα στη διένεξη μέρη και ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΟΣ, κύριο στόχο έχει, και σε αυτό το σημείο κυρίως διακρίνεται από τον δικαστή και τον διαιτητή, να διευκολύνει τα μέρη να επιλύσουν τα ίδια την διαφορά τους.
• Ο διαμεσολαβητής δεν έχει εξουσία να αποφασίσει ο ίδιος ή να υποδείξει στα μέρη πιθανές λύσεις για την επίλυση της διαφοράς, ούτε βεβαίως εκδίδει απόφαση για την διαφορά, όπως εκδίδει απόφαση ο δικαστής και ο διαιτητής, αλλά αντίθετα υποβοηθά τα μέρη με κατάλληλες διαπραγματευτικές τεχνικές να συνειδητοποιήσουν τα αληθινά συμφέροντα τους, να αναδείξουν τα ίδια τα μέρη, μέσα από την διαπραγμάτευση, κοινά αποδεκτές λύσεις για την όλη σχέση τους και να επιλέξουν, αυτά και πάλι, τις λύσεις εκείνες που θεωρούν μετά την διαμεσολάβηση ότι πρέπει να διέπουν τις σχέσεις τους.
Ο διαμεσολαβητής δεν είναι δικαστής, δεν είναι διαιτητής δεν εκδίδει απόφαση, δεν αποφασίζει τι είναι δίκαιο ή σωστό. Προετοιμάζεται κατάλληλα για την υπόθεση, αφού έρθει σε επαφή με τους πληρεξούσιους δικηγόρους και με τα εμπλεκόμενα μέρη, στα οποία εξηγεί τη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Διαχειρίζεται τη διαδικασία, διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των ιδιωτικών συνεδριάσεων, την εχεμύθεια, ακούει τα μέρη, βοηθά σε μεγάλο βαθμό στην εκτόνωση της κατάστασης, διερευνά τι είναι σημαντικό για την κάθε πλευρά, προσδιορίζει και ιεραρχεί τα ζητήματα, απευθύνει κατάλληλες ερωτήσεις, καλλιεργεί συνειδητά μία ευνοϊκή ατμόσφαιρα που οδηγεί τα μέρη στην επίλυση της υπόθεσής τους συμβάλλοντας στην απορρόφηση αρνητικών συναισθημάτων. Στη διαμεσολάβηση, η οποία διενεργείται σε χώρο εκτός των δικαστικών αιθουσών, δεν τηρούνται πρακτικά για τον αυτονόητο λόγο του απορρήτου της διαδικασίας.
Πλεονέκτημα της διαμεσολάβησης αποτελεί και η χαμηλή οικονομική δαπάνη, σε αντίθεση με τη προσφυγή στο Δικαστήριο και τη Διαιτησία.
Η διαμεσολάβηση δεν επιδιώκει ένα συμβιβασμό, ο οποίος βασίζεται στο συγκερασμό των νομικών θέσεων των μερών, άλλα στοχεύει στη κατάληξη σε κοινά αποδεκτή λύση συμφέρουσα και για τα δύο μέρη αποβλέποντας και εστιάζοντας στα συμφέροντά τους με προσανατολισμό στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Δεν εξετάζεται ποιος φταίει και ποιος έχει δίκιο αλλά τι πρέπει να γίνει σήμερα ώστε το μέλλον να είναι όπως το επιθυμούν και τα δύο μέρη.
Προσφέρει μία ταχύτερη, οικονομικότερη, απλούστερη και απαλλαγμένη από αυστηρούς δικονομικούς κανόνες, προθεσμίες και τύπους εναλλακτική λύση, η οποία βασίζεται στον αυτοκαθορισμό..
Η διαμεσολάβηση επιτελεί συμφιλιωτική λειτουργία και διαφυλάσσονται οι επιχειρηματικές ή φιλικές σχέσεις των μερών .
Στη διαμεσολάβηση δεν νοούνται ένδικα μέσα, αφού αυτή ή καταλήγει σε φιλικό διακανονισμό ή αποτυγχάνει.
Αν η διαμεσολάβηση έχει επιτυχή έκβαση και καταλήξει σε συμφωνία «από την κατάθεση στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το πρακτικό διαμεσολάβησης, εφόσον περιέχει συμφωνία των μερών για ύπαρξη αξίωσης που μπορεί να εκτελεσθεί αναγκαστικά, αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 904 παράγραφος 2 εδ. γ ΚΠολΔ».
Αν η Διαμεσολάβηση δεν καταλήξει σε συμφωνία, τα μέρη μπορούν σε κάθε περίπτωση να προσφύγουν στα Δικαστήρια, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις των μερών δεν θίγονται και η διαδικασία της Διαμεσολάβησης θεωρείται «σαν να μην έγινε».

(Τα παραπάνω αποτέλεσαν και αντικείμενο συζήτησης στην εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί στην Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία του Τ.Ο.Γ.Μ.Ε , Ε.Ε.Δ.Ε και του Ινστιτούτου κατάρτισης Διαμεσολαβητών Θεσσαλονίκης)…

Για τα όσα προστέθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες η κα Αχτσίδου σημειώνει:

«…ΣΧΕΤΙΚΑ με την υποχρεωτική διαμεσολάβηση που εισάγεται με το πρόσφατο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης πρέπει να λεχθεί ότι αυτή αποτελεί θεμιτή επιλογή διάδοσης του θεσμού και επιλογή προσπάθειας εμπέδωσης στην πρακτική των συναδέλφων δικηγόρων συνείδησης εξεύρεσης λύσης στις υποθέσεις των πολιτών που απευθύνονται σε μας, εφόσον οι ίδιοι δεν κατόρθωσαν να επιλύσουν μόνοι τους την διαφορά τους αλλά και καλλιέργεια κλίματος συναινετικής εξεύρεσης λύσης στους πολίτες.
Για τον διαμεσολαβητή έγινε αναλυτική αναφορά παραπάνω.
Εμείς οι δικηγόροι τι επιδιώκουμε όταν ό πελάτης μας μάς αναθέτει την υπόθεσή του? Να την διεκπεραιώσουμε με τον καλλίτερο και συμφερότερο γι’ αυτόν τρόπο, σύντομα και με οικονομική ωφέλεια και για μας και για εκείνον. Ποιος είναι ο ευχαριστημένος πελάτης μας. Αυτός, για τον οποίο λύθηκε η διαφορά του ( κέρδισε την υπόθεση ) σύντομα και με λογική δαπάνη. Δεν ενδιαφέρει τον πελάτη μας η δικονομία και οι δυσκολίες της, οι δυσκολίες αποδείξεων που αντιμετωπίζουμε εμείς ως δικηγόροι, η μεταβαλλόμενη νομολογία, οι αλλαγές της νομοθεσίας κλπ. Το αποτέλεσμα τον ενδιαφέρει. Σε μία διένεξη όμως που οδηγείται στα δικαστήρια συνήθως ένας κερδίζει και ένας χάνει. Και αυτός που χάνει επίσης εκπροσωπείται από δικηγόρο, που κοπίασε, εργάστηκε, πιθανόν, με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο, αλλά ένα τρίτο πρόσωπο, ο δικαστής, με δίκαια ή με εσφαλμένη τυχόν κρίση – άνθρωπος είναι- έκρινε δικαιώνοντας έναν από τους δύο.
Η διαμεσολάβηση ως υποχρεωτικό προστάδιο της προσφυγής στα δικαστήρια, σε συγκεκριμένες αστικές υποθέσεις, με χαμηλό κόστος, δηλ. ποσό 170 ευρώ (δαπάνη της αμοιβής του διαμεσολαβητή δια δύο για κάθε μέρος) μπορεί να φέρει αναπάντεχες λύσεις στις υποθέσεις των πελατών μας που στα δικαστήρια είναι αδύνατον να επιτευχθούν. Φυσικά τα μέρη είναι ελεύθερα να αποχωρήσουν από την διαδικασία της διαμεσολάβησης όποτε το επιθυμούν και να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια.

Η διαμεσολάβηση ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ «ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης», γιατί εναπόκειται στον διάδικο να προσφύγει ή όχι στη δικαιοσύνη, δηλ. στο Δικαστήριο, ή να επιλύσει με άλλον τρόπο τη διαφορά του και τη δυνατότητα αυτής της επίλυσης την παρέχει το υπό ψήφιση νομοσχέδιο.

Υπάρχει φυσικά και ο αντίλογος. Προβάλλονται πιθανά μειονεκτήματα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, όπως ο κίνδυνος επιβολής του πιο δυνατού διαδίκου στον ασθενέστερο, η μη εφαρμογή της δίκαιης δίκης, η εξασθένιση της εφαρμογής του δικαίου, ή έλλειψη επαρκών εγγυήσεων όσον αφορά την επαγγελματικότητα, ικανότητα και αμεροληψία των διαμεσολαβητών. Όμως η διεθνής εμπειρία έχει δείξει, ότι η Διαμεσολάβηση, όταν διενεργείται από ειδικά εκπαιδευμένο και έμπειρο διαμεσολαβητή, επιτρέπει στα μέρη να εξαλείψουν τα εμπόδια της μεταξύ τους επικοινωνίας, να συζητήσουν τα θέματα που τους απασχολούν, να λύσουν παρεξηγήσεις, να καθορίσουν τα βασικά συμφέροντα ή τις ανησυχίες τους, να βρουν πεδία συμφωνίας και να ενσωματώσουν τη συμφωνία τους σε κοινό κείμενο.
Εμείς οι παραστάτες δικηγόροι των πελατών μας μπορούμε και πρέπει να δώσουμε την ευκαιρία στους κατάλληλα εκπαιδευμένους διαμεσολαβητές να προσπαθήσουν να φέρουν τους πελάτες μας σε επικοινωνία και εξεύρεση της λύσης που θα εξασφαλίζει τα συμφέροντα και των δύο μερών. Έτσι μόνο ωφελημένοι θα βγούμε από αυτήν την διαδικασία πολίτες και δικηγόροι.

Φωτεινή Αχτσιδου,
Δικηγόρος-Διαμεσολαβήτρια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *