ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε σπάνιος μελωδός. Τα τραγούδια του ευφραίνουν την ψυχή και την απλώνουν στο Υπερπέραν. Κατάγονταν από τα Τρίκαλα αλλά στη Θεσσαλονίκη έζησε τα καλύτερά του χρόνια, έγραψε τα ωραιότερα τραγούδια του και γνώρισε την πρώτη καταξίωσή του. Τα εγκώμια της Θεσσαλονίκης έψαλε. Προ πάντων, όμως, η ζωντανή βυζαντινή παράδοση της Θεσσαλονίκης διαμόρφωσε οριστικά και διαπότισε βαθιά το έργο του. Την μουσική του διασχίζει και συνέχει η εν Ορθοδοξία ψαλμωδία. Άμα την ακούς, είναι σαν να λειτουργιέσαι στην Εκκλησία. Ένας μόνος ψάλλει, ο Βασίλης, Πρωτοψάλτης, και μετά, διακριτικά, καθώς ανέρχεσαι ψηλά, εισέρχεται βοηθός, κατανυκτικός ο χορός των ιεροψαλτών. Ο στίχος του λιτός, υμνεί τα ουσιώδη και τα επέκεινα της ζωής. Τα παιχνιδίσματα της φωνής, τι καημός, είναι ένα μακρόσυρτο τερερέμ. Τίποτε το περιττό. Ποτέ. Οι μουσικές του και συνάμα οι ποιητικές του ζωγραφιές ολοένα αφαιρούν για να επικεντρωθούν στο Ένα. Λόγος, μέλος και εικόνα απλώνονται σε δύο μόνον διαστάσεις. Εν πλήρει επιγνώσει δεν έχουν βάθος ώστε να μη αυτεγκλωβισθούν σε έναν τρισδιάστατο χώρο, αλλά να απλώνονται στο Σύμπαν. Είναι σαν τις βυζαντινές εικόνες. Γιατί απευθύνονται στην ψυχή. Γι’ αυτό μας ψυχώνουν και μας ματώνουν αλλά συνάμα μας ενώνουν στην Οικουμένη μας, στην καθ’ ημάς Ανατολή, στη Ρωμιοσύνη μας.

Είναι μια προσευχή: ταπείνωση, απαντοχή και έσω δέος.

Ακούγονται τρελά όλα αυτά; Μα τι άλλο παρά μια τρέλα υπήρξε ο Ελληνισμός στις πιο υψηλές του και στις ωριμότερές του ώρες; Έλλην υπήρξε ο Τσιτσάνης. Λωλός και ταπεινός. Θα εξομολογηθεί: «Άρχιζα να γράφω την ώρα που ο Θεός έμπαινε μέσα μου». Και αλλού προσθέτει: «Τα τραγούδια μου είναι καθολικά. Ανήκουν σ’ όλους. Για μένα είναι η μεγάλη ανταμοιβή της ψυχικής μου γαλήνης». Ο Μάνος Χατζηδάκης παρατήρησε πως ο Τσιτσάνης έγραψε τα τραγούδια του «με τη θρησκευτικότητα ενός διασωσμένου βυζαντινού μέλους» και η Σοφία Σπανούδη πως «τη μουσική του κραδαίνουν ολοζώντανα εθνογραφικά στοιχεία, έχει αντιστοιχία με τους βυζαντινούς τρόπους όπου πλέκεται σε μεγάλο κύκλο η ενότητα της Ανατολικής μουσικής». Ο ίδιος εργάζονταν μέχρι τέλους σε μια σκήτη. Απεχθάνονταν ό, τι ονόμαζε φράγκικο.

Παιδί ακόμη, γνώρισα τον Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη. Ήταν Αρμάνος Βλάχος όπως εγώ και μάς συνέδεσε η ορεσίβια ράτσα μας που κατέτρεχαν στα δίσεκτα τότε χρόνια οι ανελλήνιστοι. Τα βήματά μας διασταυρώνονταν συνέχεια. Υπηρέτησε στο Τάγμα Τηλεγραφητών, σε επαφή με τη βίλλα Αλλατίνη, μαζί με τον συγχωριανό μου Αντώνη Ζιέζιο, κουφό μάλιστα, που τον έφερε σπίτι μας και τους φίλεψαν οι γονείς μου. Τότε έγραψε και τραγούδησε το Τάγμα Τηλεγραφητών εις την παλαιά στρατώνα. Μαζί του έπαιζαν συγχωριανοί μου. Ο Γκώγκας Σερδάρης μπουζούκι στο «Ουζερί Τσιτσάνη» στην Κατοχή και έπειτα ο Τάκης Βλάχος ακορντεόν στα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα». Με πήραν δυό-τρεις φορές μαζί τους αλλά μυστικά. Ήταν μεγάλο αμάρτημα τότε να πάνε στα μπουζούκια μεγαλοαστοί και έγκλημα καθοσιώσεως πιτσιρίκοι. Τα τελευταία εξήντα χρόνια ζω εκεί δίπλα, περνώ καθημερινά την οδό Παύλου Μελά όπου ήταν το «Ουζερί Τσιτσάνη» και την οδό Νικηφόρου Φωκά, αντίκρυ στον Λευκό Πύργο, όπου ήταν τότε τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» πριν μετακομίσουν. Τον ακούω πάλι: «Πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη στη Βάρνα κι από κει στα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη, βρε Μαριώ, να σε τρελάνει». Τρελαίνομαι.

Στη δεκαετία 1960 δούλευα νέος στην εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» που είχε εξαπολύσει μεγάλη εκστρατεία κατά παντός ρεμπέτικου με τον ανυπόστατο ισχυρισμό ότι τάχα «νοθεύει το Έθνος», «εκμαυλίζει την νεολαία» κι άλλα τέτοια. Σημειωτέον ότι εξίσου εχθρικό ήταν και το Κ.Κ.Ε. Τόλμησα κι έγραψα τον αντίλογο με παράδειγμα τον Τσιτσάνη. Είχαν προηγηθεί, βέβαια, ο Μάνος Χατζηδάκης κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ο Βασίλης, Τσίλα τον λέγαμε, το διάβασε και συγκινήθηκε πολύ, ήταν πολύ απλός άνθρωπος. Τότε δουλεύαμε σκληρά μέχρι τα άγρια χαράματα. Ο Τσίλας τέλειωνε, έρχονταν στην εφημερίδα στην Τσιμισκή να ιδωθούμε και να μιλήσουμε τα δικά μας, αλλά στέκονταν ταπεινά στη είσοδο, δίπλα στην τεράστια σόμπα, και περίμενε. Έτσι τον είδε εκεί, νεαρός, ο Σκαμπαρδώνης και το περιγράφει σε ένα διήγημά του μετά πολλά χρόνια οπότε αναφέρθηκε ότι τάχα ο Τσιτσάνης «την έσμπρωχνε τη μαύρη». Εντωμεταξύ ο Γκώγκας Σερδάρης είχε γίνει παπάς στο χωριό μας, στο Νυμφαίον. Άγιασε πραγματικά, αλλά έπαιζε σπίτι του το μπουζούκι. Τον ρώτησα, λοιπόν. Εξερράγη: «Όχι, μπρε Νίκο μου. Ο Βασίλης ήταν καλό παιδί. Ποτέ τέτοια. Θα τους κάψει ο Θεός. Εγώ έστριβα τότε πότε-πότε αλλά ποτέ στο μαγαζί. Θα με σκότωνε ο Τσίλας»

Ο Τσίλας ήταν Εαμίτης, όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι Έλληνες πατριώτες, και ένιωσε στο πετσί του τον αδιάκριτο κατατρεγμό κατά και μετά τον τρομερό Εμφύλιο. Τον προστάτευε, όμως, η δημοφιλής τέχνη του, στην Αθήνα ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και στη Θεσσαλονίκη ο ικανός αξιωματικός της Χωροφυλακής Νίκος Μουσχουντής που τον στεφάνωσε εδώ. Ουδέποτε ο Τσιτσάνης μιλούσε για την πολιτική ούτε καπηλεύθηκε την πολιτική διαδρομή του και τη δίωξή του όταν μυριάδες άκαπνοι υποδύονταν τον ήρωα μετά την Μεταπολίτευση και ιδιαίτερα μετά το 1981. Εξέφρασε, όμως, με τον πιο διακριτικό και συγκλονιστικό τρόπο εκείνην την εθνική τραγωδία όταν καταμεσής στον Εμφύλιο έγραψε και έψαλε εκείνο το δράμα:

«Βράδιασε μεσ’στο Γεντί Κουλέ κι ένα παληκάρι δεν μπορεί, δεν μπορεί να κοιμηθεί».

Ήταν μελλοθάνατος. Πάλι εδώ η «Θεσσαλονίκη μου, μεγάλη φτωχομάνα, που βγάζεις τα καλύτερα παιδιά». Συνιστώ θερμά να το ακούσουν όσα σημερινά παιδιά και όσοι ιδεοληπτικοί παλίμπαιδες παίζουν τώρα με τη φωτιά του Εμφυλίου. Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι. Έχω βιώσει παιδί το Γεντί Κουλέ του Εμφυλίου. Άνοιγε η μεγάλη πύλη και αντίκρυ, στην πρώτη αυλή, πριν μπεις στο φρούριο, θυμάμαι σαν τώρα δυό κελιά με ασβεστωμένη την πρόσοψη. Εκεί μέσα περίμεναν οι μελλοθάνατοι το εκτελεστικό απόσπασμα που την αυγή θα τους μετέφερε στην Άσπρη Πέτρα και θα τους τουφεκούσε. Έ, λοιπόν, τους άκουσα να τραγουδούν: άλλοι αντάρτικα κι άλλοι δημοτικά τραγούδια. Εκεί πήγαμε με τη μάνα μου Ευδοκία και βρήκαμε μελλοθάνατο τον Βασίλη, γιό του παπά της Τσερέσνιτσας από το Βίτσι ψηλά. Τα καλοκαίρια έρχονταν με τ’ αδέλφια του και μας θέριζαν τα λιβάδια στο βουνό. Θα τον εκτελούσαν την μεθεπομένη αυγή. «Θέλεις κάτι, βρε Βασίλη;», τον ρωτάει βουρκωμένη η μάνα μου. Απαντάει: «Ευδοκία μου, σε παρακαλώ φέρε μου αύριο πίτα και ξινόγαλο, όπως στα λιβάδια, και να πούμε μαζί τα τραγούδια που λέγαμε τότε».

Αυτήν την πικρή εποχή εξέφρασε ανεπανάληπτα και σπαρακτικά το 1949 ο Βασίλης Τσιτσάνης: «Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου». Και κέρδισε την καρδιά όλου του Έθνους γιατίσυννεφιασμένη ήταν τότε η καρδιά όλων των Ελλήνων. Ο Θεός να τον αναπαύει και να τον ανταμείβει κατά τα αγαθά έργα του. Εξέφρασε το Γένος. Και το πόνεσε πολύ.

Ν.Ι.Μέρτζος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *